Blog

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Τελευταία νέα

16 Φεβρουαρίου 2020
26 Ιανουαρίου 2020
05 Ιανουαρίου 2020
15 Δεκεμβρίου 2019

Ελληνική οικογένεια

Αξιολόγηση Χρήστη: 5 / 5

Αστέρια ΕνεργάΑστέρια ΕνεργάΑστέρια ΕνεργάΑστέρια ΕνεργάΑστέρια Ενεργά
 

Ποιος δεν έχει ακούσει το γνωστό και τιμημένο «όταν θα κάνεις δικά σου παιδιά, θα καταλάβεις; Θα δεις τι τραβάω; Θα τα λουστείς και συ;» κλπ. κλπ.

 Αλλά, παράλληλα, βλέπεις και ένα 18χρονο ντερέκι ίσαμε κει πάνω να πηγαίνει με τη μαμά του για να του ψωνίσει ρούχα. Και κάπως έτσι, παθαίνει και η πωλήτρια εγκεφαλικά όταν ακούει τη μάνα να λέει «Α, πα πα, αυτό δε σου πάει, βγάλ’ το» και το γιο να υπακούει. Εμ, η μαμά έχει δίκιο. Μάνα είναι μόνο μία. Αλλά το κακό ξεκινά από πολύ πιο μικρή ηλικία, όταν το μικρό αγοράκι λέει στη μαμά του ότι η γυναίκα που θα παντρευτεί, θέλει να της μοιάζει. Και βλέπεις τη μάνα να φουσκώνει από υπερηφάνεια, και τα χρόνια περνούν, και το παιδάκι των 5 χρόνων, γίνεται 20 ώσπου βλέπεις πια έναν ωραίο 30άρη άνδρα ελαφρώς ευνουχισμένο αλλά και παντρεμένο με μια σύζυγο στα πρόθυρα νευρικής κρίσης, που κάθε φορά που ακούει το «ό, τι πει η μαμά», της έρχεται να πηδηχτεί από το παράθυρο.

Η πατροπαράδοτη ελληνική οικογένεια είναι δουλειά. Δεν είναι αστείο. Με τα 8ωρα της, τα αφεντικά, τα σωματεία, τα διαλείμματα και τις απειλές. Μοιάζει τρομερά με την ενήλικη καθημερινότητα. Όπως δεν μπορούμε να αφήσουμε μια δουλειά για να μην ψωμολυσσάξουμε και πεθάνουμε στην ψάθα, έτσι δεν μπορούμε ν’ αφήσουμε και τη μικρή, αθώα, ακίνδυνη, ελληνική οικογένεια. Άλλωστε, τι καλύτερο από το να γυρίζεις στο σπιτάκι σου –το «σου» παίζεται- να βρίσκεις φαΐ από τη μανούλα σου, το δωμάτιο σου καθαρό και τα ρούχα σου σιδερωμένα; Και ζεις στο ίδιο μοτίβο, μέρα μπαίνει, μέρα βγαίνει. Όλα στην τρίχα, μη διανοηθείς να πειράξεις το παραμικρό, την έβαψες. Ξεχνάς το χαμό που έγινε, τότε πού ήσουν μικρή ακόμα, όταν για να βγεις στο μπαλκόνι, κούνησες την κουρτίνα; Αμ τι σφαλιάρα που έφαγες γιατί κατά λάθος έριξες betadine στο πάπλωμα και το έβαψες πορτοκαλί; Για να μη μιλήσουμε για τους κανόνες ευγενείας. Είναι πάρα πολύ απλοί. Λες ευχαριστώ παντού και για ό, τι σου προσφέρουν. Δε μιλάς παραπάνω, σ’ αρέσει, δε σ’ αρέσει. Αλλιώς ξέρεις.. Μπούφλα. Επόμενο κλασικό και αγαπημένο, οι δόσεις. Δηλαδή, το κατσάδιασμα με δόσεις. Ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια είναι το πότε και πώς κατάφερνε η μάνα να ειδοποιήσει τον πατέρα, ο οποίος ερχόταν από τη δουλειά και ρωτούσε, σαν να μην ξέρει τίποτα «τι έγινε σήμερα εδώ;». Τον έβλεπες, όμως, ρε παιδί μου, είχε ένα σατανικό χαμόγελο στα χείλη, τύπου «θα πεθάνεις!». Το μόνο που δεν ήξερες ήταν το πότε θα αρχίσει το πανηγύρι γιατί άλλες φορές γινόταν ένας χαμός με το που έμπαινε στο σπίτι αλλά υπήρχαν και μέρες, όπου έμπαινε, έπλενε τα χέρια του, έτρωγε το μεσημεριανό του, έπαιρνε έναν υπνάκο και ξεκούραστος πια καταπιανόταν με σένα με μια ανανέωση και ροή λόγου που σε έστελνε αδιάβαστο. Μίλαγε ακατάπαυστα μέχρι που έφτανε στις θυσίες που έκαναν για να σε μεγαλώσουν, στη μάνα σου που εγκατέλειψε την καριέρα της ως κορδελιάστρα, τον ίδιο που σκοτώνεται στη δουλειά και συ που έτσι όπως το πας, δε θα έχεις καλό μέλλον. Κοιτούσες και συ, θα ήσουν, δε θα ήσουν 7 χρονών, δεν καταλάβαινες και πολλά, για ποιο μέλλον μιλούσε; Τι δηλαδή; Ήταν τόσο κακό που ήθελες να γίνεις αστροναύτης; Οι αστροναύτες είναι κακοί άνθρωποι; Αλλά από την άλλοι, όλοι κακοί ήταν; Γιατί ό, τι κι αν επέλεγες, πάντα το ίδιο άκουγες. Άσε και το άλλο. Τι θα πει η γειτονιά. Άλλη πληγή του Φαραώ. Που ξενυχτάς, που κάνεις παρέα με αλήτες, που κάθε βράδυ είσαι έξω και πόσα ακόμη τα οποία ξεκινούν με το που μπαίνεις στο σπίτι. Διόρθωση. Με το που μπαίνεις στο ασανσέρ. Και πάλι, βεβαίως, δεν καταλαβαίνεις. Εσύ βόλτα με το ποδήλατο ήσουν με τους φίλους σου και μάλιστα σε συγκεκριμένη περίμετρο, δηλαδή μόνο μέχρι εκεί που μπορούσαν να σε δουν από το μπαλκόνι.

Αλλά το καλύτερο; Οι επισκέψεις στο σπίτι. Κατ’ αρχάς, το πανηγύρι ξεκινά από το πρωί με την καθαριότητα. Απαγορεύεται να πατήσεις εκεί που περνά η σφουγγαρίστρα. Βασικά, αν γινόταν να σου κοπούν τα πόδια, θα ήταν ιδανικό. Και εδώ που τα λέμε και τα χέρια γιατί αν ακουμπήσεις πουθενά και μείνει δαχτυλικό αποτύπωμα, θα μαρτυρήσεις. Και αφού έχουν ξεσκονιστεί όλα τα απίθανα σημεία, ακόμη και το πατάρι και συ αναρωτιέσαι αν θα έρθει η βασίλισσα της Αγγλίας, έχει περάσει η ώρα και μπορείς άφοβα αλλά προσεχτικά να βγεις από το δωμάτιο σου. Αντικρίζεις τη μάνα σου να στάζει από τον ιδρώτα και εννοείται και μέσα στα νεύρα που όλα τα κάνει μόνη της. Αλλά δεν τολμάς να πεις ότι δεν αφήνει κανέναν να βοηθήσει γιατί εκεί αρχίζει ένας εξάψαλμος που ξεπερνά σε μέγεθος και την Οδύσσεια του Ομήρου: εκεί βλέπεις πώς γίνεται μέσα σε πέντε λεπτά να έχει γίνει ολόκληρη ιστορική διαδρομή από τη μέρα που γεννήθηκες και μαζί σου γεννήθηκαν και όλα τα κακά του κόσμου. Και δε χάνει ούτε μία λέξη, ροδάνι στο στόμα της με εκπληκτική ακρίβεια και αναλαμπές: τέτοια προκομένη κόρη, χαχα ας γελάσω, να μην αξιωθεί καμία μάνα να μεγαλώσει, που τίποτα δεν κάνεις σωστά, που καθαρίζεις επιφανειακά, που ούτε το δωμάτιο σου δε μαζεύεις, κάνεις όσα βλέπει η πεθερά, τι σπίτι θα ανοίξεις όταν παντρευτείς, αλλά ποιος θα σε πάρει εσένα, τέτοια ακαμάτρα, που θα έρχεται κόσμος στο σπίτι σου και θα μας κάνεις όλους ρεζίλι. Εδώ ανοίγει μια παρένθεση, γιατί σε μια άλλη φάση, ο ίδιος άνθρωπος σε πρήζει να μην παντρευτείς ποτέ για να μη πλένεις τα σώβρακα κανενός. Εννοείται, ο αδελφός σου έχει πεθάνει στα γέλια και τον ακούς μέσα να χτυπιέται στο πάτωμα και συ σε μια φάση που κοιτάς με το βλέμμα της αγελάδας, κάτι που μάλλον εξοργίζει ακόμη περισσότερο τη μανούλα που κάνει και ένα τουρ από τις σχολικές σου επιδόσεις και ρωτάει με ένα βαθύ αναστεναγμό: χαζό είσαι παιδί μου; Τέλος πάντων, περνάει και λίγο η ώρα, κάνει και ένα μπάνιο, κάπως συνέρχεται. Και εν τέλει, χτυπάει το κουδούνι, και βλέπεις συμπούρμπουλο το ΚΑΠΗ της περιοχής σου να εισέρχεται με όλα τα εφόδια. Στηρίγματα για τα πόδια, σακούλες με χαπάκια, μια ομορφιά. Μπήκε η άνοιξη. Και παρατάσσονται όλοι για να σε φιλήσουν (σου έχει μείνει παιδικό τραύμα να βλέπεις τις μασέλες να πλησιάζουν απειλητικά) και να τσιμπήσουν τα μαγουλάκια σου που πονάνε ακόμη και μετά από μέρες. Επίσης, σε κάτι τέτοιες περιστάσεις αντιλαμβάνεσαι την έννοια του χρόνου με ένα λίγο πιο διαστρεβλωμένο τρόπο. Αρμένικη βίζιτα. Ξεκινά από το πρωί και φτάνει μέχρι το βράδυ. Και δεν είναι ότι βαριούνται, όλο έχουν κάτι να πουν, πράγμα θαυμαστό γιατί εδώ για έναν καφέ πας και μετά από λίγο, σίγουρα θα ρωτήσεις «τι άλλα;». Αλλά μάλλον τα γεροντοριγιούνιον κρατούν καλά, όλοι λένε τα δικά τους, εσύ νόημα δε βγάζεις αλλά αυτοί συνεννοούνται. Και φτάνει η ώρα που πέφτεις κάτω από τη νύστα αλλά αυτοί εκεί, το μάτι γαρίδα. Μέχρι και πιτζάμες έχετε βάλει, εσύ και ο αδελφός σου, τους καληνυχτίζετε αλλά και πάλι δε σηκώνονται να φύγουν.  Αλλά πώς να κοιμηθείς; Αυτοί φωνάζουν, είναι και κουφοί, έχουν σηκώσει όλη την πολυκατοικία στο πόδι. Πάντα, είχες, όμως, την απορία, πώς γυρίζουν στο σπίτι όλοι αυτοί τέτοια ώρα; Ε, ρε δόλιε ταξιτζή!

©2019 Disturbnot. All Rights Reserved. Designed By Data media

Search